Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

ποντικάκια, κότες, γουρούνια, βόδια...



Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.

Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!



Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!:


-Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!



Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:

"Κυρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε:

"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε:

"Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ."

Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου:

"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Και το βόδι απάντησε:

"Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "

Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!

Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι ....

Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.

Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες..

Έτσι ο αγρότης έσφαξε την κότα για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο.

Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι.

Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλίτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.

Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι
Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ:

Χάσαμε την ανθρωπιά μας. και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας..!
όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο!
είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή!
ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας!
είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος.
Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο....

ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ.

Εμείς είμαστε τα ποντικάκια..
Εμείς όμως είμαστε και οι κότες..
Εμείς και τα γουρούνια.
Εμείς και τα βόδια.

ΓΙ ΑΥΤΟ ΚΑΛΑ ΝΑ ΠΑΘΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΠΩΣ.
Είναι αδύνατον να γελάμε, 
αν δεν γελάει 
ολόκληρη η γειτονιά.

"Εγώ είμαι η άμπελος, σεις τα κλήματα ΄ ο μένων εν εμοί, και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύ ΄ διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμειτε ουδέν.''

Σας έδωσα το μέγα προνόμιον, ώστε ό,τι ζητήσετε από τον Πατέρα εν τω ονόματί μου, να σας το δίδη. 
Αυτάς τας εντολάς σας δίδω, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον και να μένετε ενωμένοι και ισχυροί με την αγάπην αυτήν

'' Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή, και ο Πατήρ μου είναι ο γεωργός. 
2- Παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν, εκόπτει αυτό, και παν το φέρον καρπόν καθαρίζει αυτό, δια να φέρει πλειότερον καρπόν. 
3- Τώρα σεις είσθε καθαροί, δια τον Λόγον τον οποίον ελάλησα προς εσάς. 
4- Μείνατε εν εμοί και εγώ εν υμίν. Καθώς το κλήμα δεν δύναται να φέρει καρπόν αφ’ εαυτού, εάν δεν μείνει εν τη αμπέλω ούτως ουδέ εσείς εάν δεν μείνετε εν εμοί. 
5- Εγώ είμαι η άμπελος, σεις τα κλήματα ΄ ο μένων εν εμοί, και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύ ΄ διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμειτε ουδέν.''
Εγώ ειμί η άμπελος.. ερμηνευτική προσέγγιση (Ιωάν. ιε΄, 1-17)

Εγώ είμαι η αληθινή άμπελος, και ο Πατήρ μου είναι ο αμπελουργός. Κάθε κλήμα που είναι ενωμένο με εμέ, αλλά δεν φέρει καρπόν, το κόβει και το αφαιρεί ο Πατήρ. Και κάθε κλήμα, το οποίον φέρει καρπόν, το καθαρίζει και το περιποιείται, διά να φέρη Περισσότερον καρπόν. (Κάθε άνθρωπον, που λέγει ότι πιστεύει εις εμέ, αλλά δεν έχει ως καρπόν της πίστεώς του την αρετήν, τον αποκόπτει και τον αποχωρίζει από εμένα ο Πατήρ. Εξ αντιθέτου, τον πιστόν, που έχει έργα αρετής, τον φωτίζει, τον ενισχύει, τον καθαρίζει, ώστε να κάμη περισσότερα ενάρετα έργα). Και σεις χάρις εις την διδασκαλίαν που σας έχω διδάξει, είστε καθαροί, είστε σαν πνευματικά κλήματα περιποιημένα και καρποφόρα. Μείνετε, λοιπόν, ενωμένοι με εμέ και εγώ με σας.
Όπως το κλήμα δεν ημπορεί από τον εαυτόν του να φέρη καρπόν, εάν δεν μείνη ενωμένον με την κληματαριά, έτσι και σεις δεν ημπορείτε να πράττετε έργα αρετής, εάν δεν μείνετε ενωμένοι με εμέ. Εγώ είμαι η κληματαριά και σεις είσθε τα κλήματα. Εκείνος που μένει ενσωματωμένος εις εμέ και εγώ εις αυτόν, αυτός και μόνον φέρνει πολύν καρπόν. Διότι χωρίς εμέ, χωρίς την σωτήριον χάριν μου και την ζωτικήν ενέργειάν μου, δεν ημπορείτε να κάνετε τίποτε το αγαθόν.

Όποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, έχει ήδη πεταχθή έξω, όπως το άχρηστο κλήμα και θα ξεραθή και όπως οι άνθρωποι μαζεύουν τα κομμένα κλήματα, τα ρίπτουν εις το πυρ και τα καίουν, έτσι και εκείνοι, που χωρισμένοι από εμέ μένουν άκαρποι και άχρηστοι, θα ριφθούν από τους αγγέλους εις το πυρ της αιωνίου κολάσεως. Εάν μείνετε ενωμένοι μαζή μου και τα λόγια μου μείνουν ως θησαυρός της καρδιάς σας και κατεύθυνσις εις την ζωήν σας, κάθε τι αγαθόν που θέλετε, ζητήσατέ το και θα γίνη προς χάριν σας.

Αυτή είναι η δόξα του Πατρός μου, να φέρετε σεις πολλούς καρπούς αρετής και να γίνετε άξιοι μαθηταί μου. Όπως με έχει αγαπήσει ο Πατήρ, έτσι και εγώ σας ηγάπησα. Μείνετε, λοιπόν, εις την αγάπην μου αυτήν, να φανήτε άξιοι αυτής. Θα μείνετε δε εις την αγάπην μου, εάν φυλάξετε και εφαρμόσετε εις την ζωήν σας τας εντολάς μου, όπως εγώ έχω τηρήσει τας εντολάς του Πατρός μου και μένω πάντοτε εις την άπειρον αγάπην του. Αυτά σας τα είπα, διά να μεταδοθή και μείνη εις σας η ιδική μου χαρά και να γίνη έτσι πλήρης και τελεία η χαρά σας. Επαναλαμβάνω και τονίζω, αυτή είναι η ιδική μου εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως και εγώ σας ηγάπησα. Μεγαλυτέραν αγάπην από αυτήν κανείς δεν έχει, ώστε την ζωήν του να δώση χάριν των φίλων του.

Σεις δε, διά τους οποίους εγώ θυσιάζομαι, είσθε φίλοι μου και θα είστε πάντοτε φίλοι μου, εάν πράττετε όσα εγώ σας παραγγέλλω. Δεν σας λέγω πλέον δούλους, διότι ο δούλος δεν γνωρίζει τι πράττει ο κύριός του. Σας ωνόμασα δε και σας ονομάζω φίλους μου, διότι κατέστησα εις σας γνωστά όλα όσα ήκουσα από τον Πατέρα μου και επομένως έχετε πολλήν γνώσιν του τι πράττω και προς ποίον σκοπόν πράττω εγώ. Δεν με εξελέξατε σεις, αλλ΄ εγώ σας εξέλεξα ανάμεσα από όλους τους άλλους και σας έθεσα εις το υψηλόν έργον του Αποστόλου, διά να υπάγετε και κηρύξετε το Ευαγγέλιον και να κάμετε έτσι καρπόν σαν τα καλά κλήματα της αμπέλου. Και ο καρπός σας αυτός, η σωτηρία αθανάτων ψυχών, θα μένη αιώνιος. Σας έδωσα το μέγα προνόμιον, ώστε ό,τι ζητήσετε από τον Πατέρα εν τω ονόματί μου, να σας το δίδη. Αυτάς τας εντολάς σας δίδω, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον και να μένετε ενωμένοι και ισχυροί με την αγάπην αυτήν»

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.


Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.

Στον έναν επιτρέπονταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα, γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες. Το κρεβάτι του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου.

Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει κι αυτός έξω από το παράθυρο.

Οι άντρες κατέληξαν να μιλούν ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές.

Κάθε απόγευμα, ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικό του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.

Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει γι' αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες που η αγάπη του για τη ζωή μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. 
Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. 
Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.

Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε.

Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περιέγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.

Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. 
Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, ευχόταν μέσα του να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. 
Άρχισε να αποστρέφεται τον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.

Ένα πρωινό, ενώ οι δυο συγκάτοικοι είχαν προ πολλού σταματήσει να μιλιούνται, σε μια επίσκεψη της η νοσοκόμα βρήκε στο δωμάτιο τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. 
Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του.
Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.

Ο άλλος άντρας ζήτησε να μετακινηθεί εκείνος στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο.Η νοσοκόμα με πολλή προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. 
Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του για να σηκωθεί και να ρίξει μια ματιά έξω. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.

Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος!

Κάλεσε τη νοσοκόμα και την ρώτησε:

-Πώς μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περίγραφε; 
Πώς μπορούσε να μου μιλάει για τόση ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος;

Και η νοσοκόμα του απάντησε:

-Ω Θεέ μου... δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; 
Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει.

“Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησόν με”



Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

A VERY MOVING AND POWERFUL STORY OF HOW THE SAINTS WORK IN OUR LIVES EVEN TODAY ST. EPHRAIM AND THE GREEK AMERICAN DRUG ADDICT




The following account is a timely story which occurred in 1990 to a young Greek-American teenager heavily addicted to drugs. The Athenian taxi driver who first heard the story from the young man wrote it down word—for word. He heard the story while driving the young man to a drug rehabilitation center after having an encounter with Saint Ephraim, The Newly Revealed. Saint Ephraim is considered the patron saint of those suffering from drug addiction. The taxi driver then had the story published in the Greek newspaper Orthodox Press.

“It was afternoon, one of the usual tumultuous afternoons in downtown Athens. There was a line of people waiting at the Omonia Square Taxi-Stop. “To Koukaki, please!” “With pleasure,” I answered. And that was the extent of our dialogue until the end of the drive, because my passenger’s expressions and mannerisms did not leave much room for conversation. He got out at the summit of Saint John (in Gargareta) on Veikos Street and, a few meters further on, another person hailed my cab.
My new passenger was young—around twenty-five or twenty-seven years of age— of medium height, and he was carrying a suitcase. While I was putting his suitcase in the trunk, the young man sat in the front passenger seat. And with a poetic expression that I infrequently used in the past I said: “While departing on your journey to Ithaca, I pray that your trip will be uneventful.” I meant: “Where to?” “Yes,” my fare answered, “to Ithaca, but not to the island, as you said, but to the Ithaca Detoxification Center” which left me speechless for a few seconds. “To the Larisa train station, please,” he added.

My young passenger’s reply was truly unexpected, because nothing about his outward appearance; eyes, expression, clothing or behavior betrayed the fact that he was a drug addict. I was overcome with the feelings of pain, sorrow, sympathy and love. I felt an intense feeling in my heart which made it beat irregularly. In fact tears rolled down my cheeks just thinking about the affliction that my brother in Christ was suffering. I tried to control my emotions. I wanted to learn under what circumstances he ended up becoming a drug addict. I wanted to know because I was a father of children approaching adolescence. After introducing ourselves to one another I asked him if he could tell me something about his life and his addiction, if recalling such events would not be upsetting to him. He readily agreed to tell me the whole story.


THIS IS THE STORY OF THE YOUNG
GREEK-AMERICAN DRUG ADDICT

“To begin with, it has been two months since I’ve taken drugs and I now feel like any other normal person. I have no desire whatsoever to put drugs into my bloodstream any more. I owe this miracle not to any effort of my own, but entirely to the wondrous power of God and His Holy Saints. But let me start from the beginning since you wish to hear about it.

I was born in Athens, in Koulaki to be precise, where you picked me up, and I lived there until I was eight years old. I am an only child and my parents loved me pathologically and indulged my every whim. When I was eight, we all left for America for a better life. My relatives there helped my parents find work and I attended school. As I grew up, however, my senseless adolescent desires and vices overwhelmed me. Because of my pampered upbringing, I easily got mixed up with bad company and soon got involved in taking marijuana and hashish. After some time these drugs no longer satisfied me or my friends. So we all got involved in taking hard drugs, which were as easy to get as it was with marijuana and hashish. These drugs, however, were more expensive and I did not have a job. At first, I stole money from my parents. But later on when my addiction craved the need for larger doses of drugs, it reached a point where I even beat up my parents to get the money I needed to buy drugs. My parents, in the meantime, found out about my drug addiction. I also understood at that point that my condition was getting critical, but there was no way I could turn back. My parents took me to doctors and psychotherapists in the hope that they could do something for me, but to no avail; there was no light at the end of the tunnel. The doctors told my parents that if I did not stop taking drugs, I would not have long to live.


One day when I was home alone in a state of great despair, a strange visitor appeared before me whom I had never seen before. He was of medium height. He had large round eyes that rolled about, and black bushy hair that was over fifteen centimeters in length. He also had horns and a tail. His booming voice and fearsome appearance left me speechless. He proceeded to tell me a detailed account of my life from the time that I was born up until that very moment. I was correct in every detail of my life. He said, ‘you have enjoyed everything, there is nothing more left for you to do but to come with me.’ “How?” I asked. He said, ‘you will take the car and you will go to this particular highway. Once on the highway, you will accelerate the speed of the car until you reach a certain velocity.’ “I don’t remember the exact speed he indicated, ‘and I will be waiting for you there at the end.’ The road that he wanted me to take was a straightaway for many miles and at a certain point the road came there was a curse. If anyone drove too fast on that road going into that curse, he would lose control of the car, crash into a wall and be killed. I had heard about many such accidents happening at that very spot on that highway. Doing exactly as he instructed me, I too, ended up smashing my car into that wall off the highway. The car was totally demolished but I escaped with only minor injuries. After they gave me first aid, I was able to go home.

About ten days after the accident, the same visitor appeared to me again in the kitchen of my home. He appeared to be very angry with me. He looked wild and fearsome. Nodding his head backwards, he said to me in his harsh voice, ‘You didn’t accomplish anything.’ I just sat there and stared at him petrified, and could just barely ask, “What should I do?” ‘You will now take a triple dose of the usual drugs that you take and then you will surely come with me.’

After he said this, he suddenly disappeared and I did not even know how he had entered my house or who he was. But just like the first time, I obediently put the plan into action. I prepared an overdose of drugs in a syringe and tried to inject myself in my arm that was filled with scars. As I said, the dose was a large one and I immediately fell unconscious. While I was laying there unconscious, I suddenly saw a tall man approach me wearing a black cassock wearing a black monastic cap with a Cross engraved on it. He said, ‘Do not be afraid, ‘You will get well, and when you return to Greece, you must come to my house. I am Ephraim;* after hearing these words, I immediately got up as if I had not even taken any drugs at all. I then felt a great desire to leave for Greece. When I told this to my mother, she was very surprised and considered it a miracle because my parents had tried many times before to take me to Greece to get me out of that bad environment.


I then told my mother everything that had happened to me, and we left on our journey to Greece. When we arrived in my old neighborhood, we immediately went to see the priest of the parish. After relating my story to him, he explained to me who the strange visitor was who came to my home and what he had wanted from me. He told me he was Satan and he wanted to kill me and destroy my immortal soul. I thank God from the depths of my being for sending me His Saint to save me from damnation. I then fasted for fifteen days, went to confession and received Holy Communion. When I saw an icon of St. Ephraim for the first time, I realized it was he who had visited me in America and miraculously delivered me from my addiction.


I then responded to the Saint’s invitation to visit his home, his Monastery, in Nea Makri. At the Monastery I requested that the Divine Liturgy be served and then I went to his holy relics to thank him for saving me from my drug addiction and eternal damnation. Now I am going to this institution to get away from the world for a while and to make sure that I do not need the drugs anymore.”

Argyris.



A BRIEF BIOGRAPHY OF ST. EPHRAIM
The Great Martyr and miracle-worker Ephraim was born on September 14th, 1384 in Trikala, Thessaly, Greece. He was orphaned in early childhood when his father died. His pious mother nurtured him along with his six brothers and sisters in the love of Jesus Christ. At the age of fourteen, St. Ephraim was led by the Holy Spirit to go to the Holy Monastery of the Annunciation of the Virgin Mary on Mount Amomon, (The Pure Ones), in the province of Attica in Southern Greece. He lived at this Monastery for twenty-eight years before he was martyred for his faith in Jesus Christ. He carried the Cross of Jesus Christ with great courage when the Muslims overran Greece in the 15th century and captured him.

During his short life, he became a fervent follower of Jesus Christ and devoted his life to asceticism. He emulated the great ascetics and saints of the Church for a period of twenty-eight years. He acquired an undying love for Jesus Christ and turned away from all worldly things. He excelled in asceticism in his Monastery on Mount Amomon. With the blessing of God and with great personal sacrifice, he struggled to purify his soul from all human passions. He succeeded at this and was filled with the power of the Holy Spirit. During his years at the Monastery, with great contrition and fear of God, he was tonsured a schema monk and later was ordained to the Holy Priesthood. He became an angel of God and a fervent confessor of his Orthodox Christian Faith.

On his birthday, September 14, 1425, on the feast day of the Holy Cross, he was captured by the invading Muslim Turks in his Monastery and kept under house arrest for eight months. During this time, he was terribly tormented by his captives in their attempt to make him convert to Islam. After eight months, when the Muslims realized that he would never convert to Islam, they put him to death. His martyrdom took place on May 5, 1426, at 9 a.m. Before he gave up his holy soul he was terribly brutalized. He was hung upside down from a sycamore tree in his Monastery. His head and feet were then nailed to the tree. While being impaled on this tree, his torturers took a burning stick from a fire that had been lit nearby and pierced his abdomen with it. He was literally disemboweled. He died and was buried in a shallow grave nearby. During the final moments of his earthly life, St. Ephraim prayed to God to receive his soul into His Kingdom. He was forty-two years old when he died.

Five hundred years after his martyrdom, our merciful God revealed to the world all the details of his life in Jesus Christ and his fearful martyrdom. He was revealed to the world in the following miraculous way: St. Ephraim himself appeared to the Abbess Makaria Desipri who was restoring his Monastery in Nea Makri Greece. Through a series of divinely inspired dreams she was directed to the location of his grave where she found his whole skeletal remains. This happened on January 3, 1950. With the miraculous finding of his relics, the reality of his life and martyrdom were confirmed. To this very day, his skeletal remains emit a divine fragrance. From inside the grave in which he was buried for so many centuries, a spring now flows. Many miracles take place in the presence of his relics and through the water of the spring.

He has been officially declared a Saint by the Orthodox Church of Greece and today he is a great intercessor to God for the faithful who flock to his home at the Monastery. He is a great contemporary miracle worker because he endured much suffering in defending his Christian faith with his very life. Ever since he was revealed to the world on that fateful day in 1950, he has been working extraordinary miracles for faithful Christians all over the world. We commemorate the Saint’s memory twice during the Church calendar year; January 3rd, the day his holy relics were found, and May 5th, the day of his martyrdom.

May the intercessions of Saint Ephraim bless all of us who come to him seeking his miraculous help in our human sufferings. May we all experience the divine and inexplicable miracles that he gives to those of us who come to him with faith in Jesus Christ. “God is glorified in His Holy Saints.”